Η πρώτη συνεδρία

 

Η πρώτη συνέντευξη αποτελεί διαδικασία πρωταρχικής σημασίας, γιατί απ' αυτήν εξαρτάται αν θα εγκατασταθεί μια θεραπευτική σχέση και, μέχρι ένα βαθμό, τι είδους και τι ποιότητας θα είναι η σχέση αυτή. […] Ο S. Nacht, ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ψυχαναλυτές, έλεγε ότι τον θεραπευόμενο δεν τον ενδιαφέρει τόσο το τί λέμε, όσο το τί είμαστε […]. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι μας είναι συνάνθρωπος μας, με αξιοπρέπεια και δικαιώματα. Άρα, η σχέση θεραπευτή - θεραπευόμενου πρέπει να είναι σχέση ισοτιμίας […] Σακελλαρόπουλος Π., «Λήψη Ιστορικού - Η Πρώτη Συνέντευξη»

 

 -----------------------------

Η πρώτη τηλεφωνική υποδοχή του αιτήματος για θεραπεία γίνεται από την έμπειρη γραμματεία του Ινστιτούτου. Εντός μια εβδομάδας από την τηλεφωνική επικοινωνία, ορίζεται η πρώτη συνεδρία με τους εξειδικευμένους συνεργάτες του αντίστοιχου τμήματος :

Αναλυτικά ανά τμήμα:

 

ΤΜΗΜΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ: Κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γραμματεία του τμήματος θα σας ζητηθούν κάποια βασικά δημογραφικά στοιχεία όπως και να περιγράψετε σε πολύ αδρές γραμμές το αίτημά σας.

Στη συνέχεια ορίζεται η πρώτη διαγνωστική συνεδρία (intake), όπου διερευνάται το αίτημα του θεραπευόμενου και γίνεται εκτίμηση για το ενδεδειγμένο θεραπευτικό σχήμα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου για τη διαδικασία της διερεύνησης απαιτούνται  περισσότερες από μια συνεδρίες. Με το πέρας αυτής της διαδικασίας, ακολουθεί ειδική συνεδρίαση της διεπιστημονικής ομάδας και γίνεται η παραπομπή στον σταθερό σας θεραπευτή (ψυχολόγο ή ψυχίατρο) με τον οποίο συμφωνείται το ενδεδειγμένο  θεραπευτικό σχήμα.

ΤΜΗΜΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΦΗΒΩΝ: Κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γραμματεία του τμήματος θα σας ζητηθούν κάποια βασικά στοιχεία σχετικά με το αίτημά σας. Κατόπιν ορίζεται η πρώτη συνεδρία που σηματοδοτεί και την έναρξη της διαδικασίας αξιολόγησης η οποία διαρκεί από 3 – 5 κλινικές συνεδρίες (λήψη κοινωνικού ιστορικού, ψυχολογική / παιδοψυχιατρική εκτίμηση, απόδοση και έγγραφη βεβαίωση προς τους γονείς). Όταν υπάρχει σχετική κλινική ένδειξη μπορεί να διενεργηθεί και λογοθεραπευτική ή/και εργοθεραπευτική αξιολόγηση.

Κατά τη διάρκεια του διαγνωστικού κύκλου εσείς και το παιδί σας θα συνεργαστείτε με περισσότερους από έναν ειδικούς (παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο, λογοπεδικό, ειδ. παιδαγωγό, εργοθεραπευτή, κ.α ). Με το πέρας αυτής της διαδικασίας και την ειδική συνεδρίαση της διεπιστημονικής ομάδας, ορίζεται συνάντηση στην οποία ο/η παιδοψυχίατρος σας ενημερώνει για το πόρισμα της διερευνητικής - διαγνωστικής διαδικασίας και για το προτεινόμενο θεραπευτικό σχήμα. Κάθε 3 – 6 μήνες γίνεται επαναξιολόγηση του παιδιού σας από τον/την υπεύθυνο παιδοψυχίατρο. Τα διαγνωστικά TEST που αξιοποιεί το τμήμα Παιδιών και Εφήβων (WISC – III, TAT, ROSCHACH, ALFATEST) ολοκληρώνονται σε δύο συνεδρίες και τα αποτελέσματα τους κοινοποιούνται εγγράφως στους γονείς. Η θεραπεία του ανηλίκου σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται από παράλληλη συμβουλευτική των γονέων του.

ΜΟΝΑΔΑ Ψυχιατρικής Περίθαλψης στο Σπίτι του Ασθενούς (Ψ.Π.Σ.Α.): Το αρχικό αίτημα θεραπείας ασθενών που έχουν ανάγκη των υπηρεσιών της Ψ.Π.Σ.Α. υποβάλλεται συνήθως από κάποιον συγγενή ή οικείο του ασθενούς (και όχι από τον ίδιο). Για τον λόγο αυτό, η διερεύνηση και ανάληψη κάθε περιστατικού γίνεται βάσει της ακόλουθης διαδικασίας:

Κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γραμματεία του τμήματος θα σας ζητηθούν κάποια βασικά δημογραφικά στοιχεία για τον ασθενή και μια αδρή περιγραφή του αιτήματος. Στη συνέχεια καλούνται οι εγγύτεροι συγγενείς του ασθενούς για μια πρώτη διερευνητική συνεδρία (intake) με τον συντονιστή της ομάδας. Ο στόχος αυτού του ραντεβού είναι να ληφθεί ένα όσο το δυνατόν αρτιότερο ιστορικό και να δρομολογηθεί η πρώτη παρέμβαση κατ’ οίκον. Παράλληλα γίνεται προσπάθεια να διερευνηθεί το πραγματικό αίτημα της οικογένειας και το κατά πόσο είναι πρόθυμη να συνεργαστεί. Είναι πιθανόν να χρειαστούν περισσότερες της μιας συναντήσεις για να εξασφαλιστεί και να εδραιωθεί η συνεργασία με το οικογενειακό πλαίσιο. Προϋπόθεση για να γίνει η παρέμβαση κατ’ οίκον είναι να ανακοινωθεί στον ασθενή ότι θα τον επισκεφθεί η ομάδα θεραπευτών της Ψ.Π.Σ.Α.. Η υποστηρικτική και συμβουλευτική εργασία με τους συγγενείς αποτελεί βασικό μέρος της τεχνικής της Ψ.Π.Σ.Α. και προϋπόθεση για την επιτυχία της.

Στις πρώτες μία ή δύο συνεδρίες κατ’ οίκον συμμετέχουν δύο θεραπευτές της ομάδας (ψυχίατρος – ψυχολόγος/ψυχοθεραπευτής) για να ολοκληρωθεί η αρχική διάγνωση και η εκτίμηση για τη δυνατότητα ανάληψης του ασθενούς. Ο επικεφαλής θέτει τη διάγνωση, αξιολογεί τη δυνατότητα της κατ' οίκον περίθαλψης και μελετά τις πρακτικές συνθήκες υλοποίησης της θεραπείας. Διερευνώνται τόσο η κλινική εικόνα και οοι ανάγκες του ασθενούς όσο και οι δυνατότητες της οικογένειας και αναλόγως προτείνεται το θεραπευτικό σχήμα. Είναι πιθανόν οι συνεδρίες να είναι πιο πυκνές στην αρχή και η συχνότητα τους να αναπροσαρμόζεται στη συνέχεια αναλόγως της εξέλιξης της κλινικής εικόνας του ασθενούς. Σε κάθε περίπτωση όταν η ομάδα της Ψ.Π.Σ.Α. αναλαμβάνει τη θεραπεία ενός ασθενούς επιδιώκεται και η παράλληλη εισαγωγή της οικογένειας (ή μελών της) σε συμβουλευτική διαδικασία, αφενός για να συμβαδίζουμε στους χειρισμούς και αφετέρου για να ανακουφιστεί η οικογένεια από την επιβάρυνση που έχει υποστεί.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ: Το αρχικό αίτημα θεραπείας ασθενών που έχουν ανάγκη των υπηρεσιών του Προγράμματος Κοινωνικοποίησης υποβάλλεται είτε από κάποιον συγγενή ή οικείο του ασθενούς είτε και από τον ίδιο. Για τον λόγο αυτό, η διερεύνηση και ανάληψη κάθε περιστατικού γίνεται βάσει της ακόλουθης διαδικασίας:

Κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη γραμματεία του τμήματος θα σας ζητηθούν κάποια βασικά δημογραφικά στοιχεία όπως και να περιγράψετε σε πολύ αδρές γραμμές το αίτημά σας. Κατόπιν, θα έρθετε σε τηλεφωνική επαφή με την υπεύθυνη του τμήματος για να ορισθεί μια πρώτη συνάντηση με τον/την ενδιαφερόμενο/η, συνοδευόμενο/η από κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Στη συνάντηση αυτή λαμβάνεται ένα αδρό ιστορικό και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας του πλαισίου. Αν κριθεί αναγκαίο πραγματοποιείται και δεύτερη συνάντηση. Στη συνέχεια, εφόσον συμφωνηθεί η συνεργασία και από τις δύο πλευρές, το ενδιαφερόμενο μέλος ξεκινά τη συμμετοχή του στις δραστηριότητες του Προγράμματος δοκιμαστικά, χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Μετά το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου, η οποία δεν ξεπερνά τον ένα μήνα, γίνεται μια δεύτερη συνάντηση στην οποία οριστικοποιείται η συμμετοχή του ενδιαφερόμενου στο Πρόγραμμα Κοινωνικοποίησης.

Free business joomla templates